ねぶ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα γλείφω

Κλίση

Παρόν (απλό)
舐る
Παρόν (ευγενικό)
舐ります
Άρνηση (απλή)
舐らない
Άρνηση (ευγενική)
舐りません
Παρελθόν (απλό)
舐った
Παρελθόν (ευγενικό)
舐りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
舐らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
舐りませんでした
Τε-μορφή
舐って
Δυνητική
舐れる
Προστακτική
舐れ
Βουλητική
舐ろう
Υποθετική (ば)
舐れば