ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πέφτω σκορπίζοντας χορευτικά (για φύλλα, πέταλα κ.λπ.)· πέφτω σαν να χορεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
舞い散る
Παρόν (ευγενικό)
舞い散ります
Άρνηση (απλή)
舞い散らない
Άρνηση (ευγενική)
舞い散りません
Παρελθόν (απλό)
舞い散った
Παρελθόν (ευγενικό)
舞い散りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
舞い散らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
舞い散りませんでした
Τε-μορφή
舞い散って
Δυνητική
舞い散れる
Προστακτική
舞い散れ
Βουλητική
舞い散ろう
Υποθετική (ば)
舞い散れば