舞い込む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εισέρχομαι χορευτικά ή αιωρούμενα (π.χ. φύλλα, χιόνι, λουλούδια)
- 02 καταφθάνω απροσδόκητα, συμβαίνω απρόσμενα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 舞い込む
- Παρόν (ευγενικό)
- 舞い込みます
- Άρνηση (απλή)
- 舞い込まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 舞い込みません
- Παρελθόν (απλό)
- 舞い込んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 舞い込みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 舞い込まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 舞い込みませんでした
- Τε-μορφή
- 舞い込んで
- Δυνητική
- 舞い込める
- Προστακτική
- 舞い込め
- Βουλητική
- 舞い込もう
- Υποθετική (ば)
- 舞い込めば
- Υποθετική (たら)
- 舞い込んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 舞い込みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 舞い込むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 舞い込みなさい
- Παθητική
- 舞い込まれる
- Αιτιατική
- 舞い込ませる