たいける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανεβάζω στη σκηνή

Κλίση

Παρόν (απλό)
舞台に掛ける
Παρόν (ευγενικό)
舞台に掛けます
Άρνηση (απλή)
舞台に掛けない
Άρνηση (ευγενική)
舞台に掛けません
Παρελθόν (απλό)
舞台に掛けた
Παρελθόν (ευγενικό)
舞台に掛けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
舞台に掛けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
舞台に掛けませんでした
Τε-μορφή
舞台に掛けて
Δυνητική
舞台に掛けられる
Προστακτική
舞台に掛けろ
Βουλητική
舞台に掛けよう
Υποθετική (ば)
舞台に掛ければ