舞ぶ台たい

ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκηνή (θεάτρου, συναυλιακού χώρου κ.λπ.)
  2. 02 παράσταση, θεατρική παράσταση, θεατρικό έργο, σόου
  3. 03 σκηνικό, σκηνή
  4. 04 πεδίο (δραστηριότητας), σκηνή (π.χ. πολιτική σκηνή), αρένα, κόσμος

Παραδείγματα

  • あの舞台ぶたいは広ひろいです。

    Αυτή η σκηνή είναι μεγάλη.

  • 彼かれは夢ゆめだった舞台ぶたいで歌うたいました。

    Τραγούδησε στη σκηνή των ονείρων του.

  • 若わかい才能さいのうが世界せかいの舞台ぶたいで活躍かつやくする機会きかいを求もとめています。

    Τα νεαρά ταλέντα αναζητούν ευκαιρίες να διαπρέψουν στην παγκόσμια σκηνή.