こうこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρουαζιέρα, ναυσιπλοΐα, πλεύση

Κλίση

Παρόν (απλό)
航行する
Παρόν (ευγενικό)
航行します
Άρνηση (απλή)
航行しない
Άρνηση (ευγενική)
航行しません
Παρελθόν (απλό)
航行した
Παρελθόν (ευγενικό)
航行しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
航行しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
航行しませんでした
Τε-μορφή
航行して
Δυνητική
航行できる
Προστακτική
航行しろ
Βουλητική
航行しよう
Υποθετική (ば)
航行すれば