船を漕ぐ
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός παίρνω έναν υπνάκο (ενώ κάθομαι), νυστάζω και γέρνω το κεφάλι, κωπηλατώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 船を漕ぐ
- Παρόν (ευγενικό)
- 船を漕ぎます
- Άρνηση (απλή)
- 船を漕がない
- Άρνηση (ευγενική)
- 船を漕ぎません
- Παρελθόν (απλό)
- 船を漕いだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 船を漕ぎました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 船を漕がなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 船を漕ぎませんでした
- Τε-μορφή
- 船を漕いで
- Δυνητική
- 船を漕げる
- Προστακτική
- 船を漕げ
- Βουλητική
- 船を漕ごう
- Υποθετική (ば)
- 船を漕げば
- Υποθετική (たら)
- 船を漕いだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 船を漕ぎたい
- Απαγορευτική (~な)
- 船を漕ぐな
- Προστακτική (ευγενική)
- 船を漕ぎなさい
- Παθητική
- 船を漕がれる
- Αιτιατική
- 船を漕がせる