艤装
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εξοπλισμός πλοίου, αρματωσιά, εφόδια, εξαρτήματα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 艤装する
- Παρόν (ευγενικό)
- 艤装します
- Άρνηση (απλή)
- 艤装しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 艤装しません
- Παρελθόν (απλό)
- 艤装した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 艤装しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 艤装しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 艤装しませんでした
- Τε-μορφή
- 艤装して
- Δυνητική
- 艤装できる
- Προστακτική
- 艤装しろ
- Βουλητική
- 艤装しよう
- Υποθετική (ば)
- 艤装すれば
- Υποθετική (たら)
- 艤装したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 艤装したい
- Απαγορευτική (~な)
- 艤装するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 艤装しなさい
- Παθητική
- 艤装される
- Αιτιατική
- 艤装させる