良いとこ取り
άλλο, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εστιάζω μόνο στα καλά ή δυνατά σημεία, αξιοποιώ τα οφέλη (αγνοώντας τα μειονεκτήματα), επιλέγω το καλύτερο από όλα, επιλεκτική συλλογή (π.χ. πληροφοριών)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 良いとこ取りする
- Παρόν (ευγενικό)
- 良いとこ取りします
- Άρνηση (απλή)
- 良いとこ取りしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 良いとこ取りしません
- Παρελθόν (απλό)
- 良いとこ取りした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 良いとこ取りしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 良いとこ取りしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 良いとこ取りしませんでした
- Τε-μορφή
- 良いとこ取りして
- Δυνητική
- 良いとこ取りできる
- Προστακτική
- 良いとこ取りしろ
- Βουλητική
- 良いとこ取りしよう
- Υποθετική (ば)
- 良いとこ取りすれば
- Υποθετική (たら)
- 良いとこ取りしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 良いとこ取りしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 良いとこ取りするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 良いとこ取りしなさい
- Παθητική
- 良いとこ取りされる
- Αιτιατική
- 良いとこ取りさせる