良かれと思う
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εύχομαι το καλό, έχω καλές προθέσεις
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 良かれと思う
- Παρόν (ευγενικό)
- 良かれと思います
- Άρνηση (απλή)
- 良かれと思わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 良かれと思いません
- Παρελθόν (απλό)
- 良かれと思った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 良かれと思いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 良かれと思わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 良かれと思いませんでした
- Τε-μορφή
- 良かれと思って
- Δυνητική
- 良かれと思える
- Προστακτική
- 良かれと思え
- Βουλητική
- 良かれと思おう
- Υποθετική (ば)
- 良かれと思えば
- Υποθετική (たら)
- 良かれと思ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 良かれと思いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 良かれと思うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 良かれと思いなさい
- Παθητική
- 良かれと思われる
- Αιτιατική
- 良かれと思わせる