良くする
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα βελτιώνω, κάνω καλό
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κάνω συχνά
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα συμπεριφέρομαι καλά σε κάποιον, φέρομαι με καλοσύνη, εξυπηρετώ καλά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 良くする
- Παρόν (ευγενικό)
- 良くします
- Άρνηση (απλή)
- 良くしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 良くしません
- Παρελθόν (απλό)
- 良くした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 良くしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 良くしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 良くしませんでした
- Τε-μορφή
- 良くして
- Δυνητική
- 良くできる
- Προστακτική
- 良くしろ
- Βουλητική
- 良くしよう
- Υποθετική (ば)
- 良くすれば
- Υποθετική (たら)
- 良くしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 良くしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 良くするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 良くしなさい
- Παθητική
- 良くされる
- Αιτιατική
- 良くさせる