良しとする
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα θεωρώ αποδεκτό, εγκρίνω, εκτιμώ, θεωρώ κάτι ως καλό
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 良しとする
- Παρόν (ευγενικό)
- 良しとします
- Άρνηση (απλή)
- 良しとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 良しとしません
- Παρελθόν (απλό)
- 良しとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 良しとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 良しとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 良しとしませんでした
- Τε-μορφή
- 良しとして
- Δυνητική
- 良しとできる
- Προστακτική
- 良しとしろ
- Βουλητική
- 良しとしよう
- Υποθετική (ば)
- 良しとすれば
- Υποθετική (たら)
- 良しとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 良しとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 良しとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 良しとしなさい
- Παθητική
- 良しとされる
- Αιτιατική
- 良しとさせる