いろめき

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενθουσιάζομαι, ζωηρεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
色めき立つ
Παρόν (ευγενικό)
色めき立ちます
Άρνηση (απλή)
色めき立たない
Άρνηση (ευγενική)
色めき立ちません
Παρελθόν (απλό)
色めき立った
Παρελθόν (ευγενικό)
色めき立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
色めき立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
色めき立ちませんでした
Τε-μορφή
色めき立って
Δυνητική
色めき立てる
Προστακτική
色めき立て
Βουλητική
色めき立とう
Υποθετική (ば)
色めき立てば