いろ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αργκό αγοράζω παραπάνω από ένα αντίτυπα του ίδιου είδους σε διαφορετικά χρώματα

Κλίση

Παρόν (απλό)
色チ買いする
Παρόν (ευγενικό)
色チ買いします
Άρνηση (απλή)
色チ買いしない
Άρνηση (ευγενική)
色チ買いしません
Παρελθόν (απλό)
色チ買いした
Παρελθόν (ευγενικό)
色チ買いしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
色チ買いしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
色チ買いしませんでした
Τε-μορφή
色チ買いして
Δυνητική
色チ買いできる
Προστακτική
色チ買いしろ
Βουλητική
色チ買いしよう
Υποθετική (ば)
色チ買いすれば