いろ眼鏡めがね

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός βλέπω μέσα από προκαταλήψεις, αντιμετωπίζω με προκατειλημμένο μάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
色眼鏡で見る
Παρόν (ευγενικό)
色眼鏡で見ます
Άρνηση (απλή)
色眼鏡で見ない
Άρνηση (ευγενική)
色眼鏡で見ません
Παρελθόν (απλό)
色眼鏡で見た
Παρελθόν (ευγενικό)
色眼鏡で見ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
色眼鏡で見なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
色眼鏡で見ませんでした
Τε-μορφή
色眼鏡で見て
Δυνητική
色眼鏡で見られる
Προστακτική
色眼鏡で見ろ
Βουλητική
色眼鏡で見よう
Υποθετική (ば)
色眼鏡で見れば