艶々
επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα γυαλιστερός, λαμπερός, λείος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 艶々する
- Παρόν (ευγενικό)
- 艶々します
- Άρνηση (απλή)
- 艶々しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 艶々しません
- Παρελθόν (απλό)
- 艶々した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 艶々しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 艶々しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 艶々しませんでした
- Τε-μορφή
- 艶々して
- Δυνητική
- 艶々できる
- Προστακτική
- 艶々しろ
- Βουλητική
- 艶々しよう
- Υποθετική (ば)
- 艶々すれば
- Υποθετική (たら)
- 艶々したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 艶々したい
- Απαγορευτική (~な)
- 艶々するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 艶々しなさい
- Παθητική
- 艶々される
- Αιτιατική
- 艶々させる