艶かしい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 γοητευτικός, σαγηνευτικός, μαγευτικός, ερωτικός, ναζιάρικος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 艶かしい
- Παρόν (ευγενικό)
- 艶かしいです
- Άρνηση (απλή)
- 艶かしくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 艶かしくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 艶かしかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 艶かしかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 艶かしくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 艶かしくなかったです
- Τε-μορφή
- 艶かしくて
- Υποθετική (ば)
- 艶かしければ
- Υποθετική (たら)
- 艶かしかったら