つやめく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: なまめく

  1. 01 γυαλίζω, είμαι στιλπνός
  2. 02 είμαι γοητευτική, φαίνομαι σέξι

Κλίση

Παρόν (απλό)
艶めく
Παρόν (ευγενικό)
艶めきます
Άρνηση (απλή)
艶めかない
Άρνηση (ευγενική)
艶めきません
Παρελθόν (απλό)
艶めいた
Παρελθόν (ευγενικό)
艶めきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
艶めかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
艶めきませんでした
Τε-μορφή
艶めいて
Δυνητική
艶めける
Προστακτική
艶めけ
Βουλητική
艶めこう
Υποθετική (ば)
艶めけば