芋っぽい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα άκομψος, κακόγουστος, ακαλαίσθητος, χωριάτικος, επαρχιώτης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 芋っぽい
- Παρόν (ευγενικό)
- 芋っぽいです
- Άρνηση (απλή)
- 芋っぽくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 芋っぽくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 芋っぽかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 芋っぽかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 芋っぽくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 芋っぽくなかったです
- Τε-μορφή
- 芋っぽくて
- Υποθετική (ば)
- 芋っぽければ
- Υποθετική (たら)
- 芋っぽかったら