さんじょ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποκοπή, εκρίζωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
芟除する
Παρόν (ευγενικό)
芟除します
Άρνηση (απλή)
芟除しない
Άρνηση (ευγενική)
芟除しません
Παρελθόν (απλό)
芟除した
Παρελθόν (ευγενικό)
芟除しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
芟除しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
芟除しませんでした
Τε-μορφή
芟除して
Δυνητική
芟除できる
Προστακτική
芟除しろ
Βουλητική
芟除しよう
Υποθετική (ば)
芟除すれば