はなそなえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσφέρω λουλούδια (π.χ. σε τάφο), αφήνω λουλούδια

Κλίση

Παρόν (απλό)
花を供える
Παρόν (ευγενικό)
花を供えます
Άρνηση (απλή)
花を供えない
Άρνηση (ευγενική)
花を供えません
Παρελθόν (απλό)
花を供えた
Παρελθόν (ευγενικό)
花を供えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
花を供えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
花を供えませんでした
Τε-μορφή
花を供えて
Δυνητική
花を供えられる
Προστακτική
花を供えろ
Βουλητική
花を供えよう
Υποθετική (ば)
花を供えれば