はないためる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταστρέφω το λουλούδι, φθείρω το άνθος

Κλίση

Παρόν (απλό)
花を傷める
Παρόν (ευγενικό)
花を傷めます
Άρνηση (απλή)
花を傷めない
Άρνηση (ευγενική)
花を傷めません
Παρελθόν (απλό)
花を傷めた
Παρελθόν (ευγενικό)
花を傷めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
花を傷めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
花を傷めませんでした
Τε-μορφή
花を傷めて
Δυνητική
花を傷められる
Προστακτική
花を傷めろ
Βουλητική
花を傷めよう
Υποθετική (ば)
花を傷めれば