花恥ずかしい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ομορφιά τέτοια που κάνει ακόμα και το λουλούδι να ντρέπεται
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 花恥ずかしい
- Παρόν (ευγενικό)
- 花恥ずかしいです
- Άρνηση (απλή)
- 花恥ずかしくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 花恥ずかしくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 花恥ずかしかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 花恥ずかしかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 花恥ずかしくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 花恥ずかしくなかったです
- Τε-μορφή
- 花恥ずかしくて
- Υποθετική (ば)
- 花恥ずかしければ
- Υποθετική (たら)
- 花恥ずかしかったら