かんばしい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ευωδιαστός, αρωματικός
  2. 02 καλός, ευνοϊκός (αναφορικά με φήμη, κατάσταση, αποτελέσματα κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
芳しい
Παρόν (ευγενικό)
芳しいです
Άρνηση (απλή)
芳しくない
Άρνηση (ευγενική)
芳しくないです
Παρελθόν (απλό)
芳しかった
Παρελθόν (ευγενικό)
芳しかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
芳しくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
芳しくなかったです
Τε-μορφή
芳しくて
Υποθετική (ば)
芳しければ