かんばしくない

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανεπαρκής, μη ικανοποιητικός, ανεπιθύμητος, δυσμενής, επαίσχυντος

Κλίση

Παρόν (απλό)
芳しくない
Παρόν (ευγενικό)
芳しくないです
Άρνηση (απλή)
芳しくなくない
Άρνηση (ευγενική)
芳しくなくないです
Παρελθόν (απλό)
芳しくなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
芳しくなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
芳しくなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
芳しくなくなかったです
Τε-μορφή
芳しくなくて
Υποθετική (ば)
芳しくなければ