ほうこうはな

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποπνέω άρωμα, αναδίδω ευωδιά

Κλίση

Παρόν (απλό)
芳香を放つ
Παρόν (ευγενικό)
芳香を放ちます
Άρνηση (απλή)
芳香を放たない
Άρνηση (ευγενική)
芳香を放ちません
Παρελθόν (απλό)
芳香を放った
Παρελθόν (ευγενικό)
芳香を放ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
芳香を放たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
芳香を放ちませんでした
Τε-μορφή
芳香を放って
Δυνητική
芳香を放てる
Προστακτική
芳香を放て
Βουλητική
芳香を放とう
Υποθετική (ば)
芳香を放てば