げいしゃげる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καλώ γκέισα

Κλίση

Παρόν (απλό)
芸者を上げる
Παρόν (ευγενικό)
芸者を上げます
Άρνηση (απλή)
芸者を上げない
Άρνηση (ευγενική)
芸者を上げません
Παρελθόν (απλό)
芸者を上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
芸者を上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
芸者を上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
芸者を上げませんでした
Τε-μορφή
芸者を上げて
Δυνητική
芸者を上げられる
Προστακτική
芸者を上げろ
Βουλητική
芸者を上げよう
Υποθετική (ば)
芸者を上げれば