άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βλαστάνω, φυτρώνω, εκφύομαι
  2. 02 ευνοεί η τύχη, είμαι τυχερός

Κλίση

Παρόν (απλό)
芽が出る
Παρόν (ευγενικό)
芽が出ます
Άρνηση (απλή)
芽が出ない
Άρνηση (ευγενική)
芽が出ません
Παρελθόν (απλό)
芽が出た
Παρελθόν (ευγενικό)
芽が出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
芽が出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
芽が出ませんでした
Τε-μορφή
芽が出て
Δυνητική
芽が出られる
Προστακτική
芽が出ろ
Βουλητική
芽が出よう
Υποθετική (ば)
芽が出れば