こけむす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καλύπτομαι από βρύα, γεμίζω βρύα, σκεπάζομαι με βρύα
  2. 02 παλιώνω, γερνάω

Κλίση

Παρόν (απλό)
苔むす
Παρόν (ευγενικό)
苔むします
Άρνηση (απλή)
苔むさない
Άρνηση (ευγενική)
苔むしません
Παρελθόν (απλό)
苔むした
Παρελθόν (ευγενικό)
苔むしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
苔むさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
苔むしませんでした
Τε-μορφή
苔むして
Δυνητική
苔むせる
Προστακτική
苔むせ
Βουλητική
苔むそう
Υποθετική (ば)
苔むせば