苔むす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καλύπτομαι από βρύα, γεμίζω βρύα, σκεπάζομαι με βρύα
- 02 παλιώνω, γερνάω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 苔むす
- Παρόν (ευγενικό)
- 苔むします
- Άρνηση (απλή)
- 苔むさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 苔むしません
- Παρελθόν (απλό)
- 苔むした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 苔むしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 苔むさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 苔むしませんでした
- Τε-μορφή
- 苔むして
- Δυνητική
- 苔むせる
- Προστακτική
- 苔むせ
- Βουλητική
- 苔むそう
- Υποθετική (ば)
- 苔むせば
- Υποθετική (たら)
- 苔むしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 苔むしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 苔むすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 苔むしなさい
- Παθητική
- 苔むされる
- Αιτιατική
- 苔むさせる