苛める
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κακομεταχειρίζομαι, εκφοβίζω, βασανίζω, πειράζω, χλευάζω, φέρομαι σκληρά, καταδιώκω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ζορίζω (π.χ. το σώμα μου), μεταχειρίζομαι αυστηρά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 苛める
- Παρόν (ευγενικό)
- 苛めます
- Άρνηση (απλή)
- 苛めない
- Άρνηση (ευγενική)
- 苛めません
- Παρελθόν (απλό)
- 苛めた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 苛めました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 苛めなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 苛めませんでした
- Τε-μορφή
- 苛めて
- Δυνητική
- 苛められる
- Προστακτική
- 苛めろ
- Βουλητική
- 苛めよう
- Υποθετική (ば)
- 苛めれば
- Υποθετική (たら)
- 苛めたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 苛めたい
- Απαγορευτική (~な)
- 苛めるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 苛めなさい
- Παθητική
- 苛められる
- Αιτιατική
- 苛めさせる