わか

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγκομιδή νεαρών καρπών ή λαχανικών

Κλίση

Παρόν (απλό)
若取りする
Παρόν (ευγενικό)
若取りします
Άρνηση (απλή)
若取りしない
Άρνηση (ευγενική)
若取りしません
Παρελθόν (απλό)
若取りした
Παρελθόν (ευγενικό)
若取りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
若取りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
若取りしませんでした
Τε-μορφή
若取りして
Δυνητική
若取りできる
Προστακτική
若取りしろ
Βουλητική
若取りしよう
Υποθετική (ば)
若取りすれば