若気にやけ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα υιοθετώ θηλυπρεπή συμπεριφορά, παριστάνω τον φαντασμένο
  2. 02 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα χαμογελώ, μειδιώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
若気る
Παρόν (ευγενικό)
若気ます
Άρνηση (απλή)
若気ない
Άρνηση (ευγενική)
若気ません
Παρελθόν (απλό)
若気た
Παρελθόν (ευγενικό)
若気ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
若気なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
若気ませんでした
Τε-μορφή
若気て
Δυνητική
若気られる
Προστακτική
若気ろ
Βουλητική
若気よう
Υποθετική (ば)
若気れば