わかがえ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναζωογόνηση, αποκατάσταση της νεότητας

Κλίση

Παρόν (απλό)
若返りする
Παρόν (ευγενικό)
若返りします
Άρνηση (απλή)
若返りしない
Άρνηση (ευγενική)
若返りしません
Παρελθόν (απλό)
若返りした
Παρελθόν (ευγενικό)
若返りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
若返りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
若返りしませんでした
Τε-μορφή
若返りして
Δυνητική
若返りできる
Προστακτική
若返りしろ
Βουλητική
若返りしよう
Υποθετική (ば)
若返りすれば