苦しい
επίθετο, επίθημα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 επίπονος, οδυνηρός, δύσκολος, σκληρός
- 02 οδυνηρός, βασανιστικός, ψυχολογικά δύσκολος, αγχωτικός, άβολος (π.χ. θέση)
- 03 δυσχερής (περιστάσεις), στενός (οικονομικά), άπορος, που αγωνίζεται
- 04 επιτηδευμένος (ερμηνεία, εξήγηση κ.λπ.), ανίσχυρος (π.χ. δικαιολογία), ψεύτικος (π.χ. χαμόγελο), τραβηγμένος
- 05 επίθημα δύσκολο να γίνει, δυσάρεστος
Παραδείγματα
-
息が苦しいです。
Δυσκολεύομαι να αναπνεύσω.
-
生活が苦しい。
Η ζωή είναι δύσκολη / Δυσκολεύομαι οικονομικά.
-
苦しい時こそ、仲間と協力することが大切だ。
Ακριβώς στις δύσκολες στιγμές είναι σημαντικό να συνεργαζόμαστε με τους φίλους μας.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 苦しい
- Παρόν (ευγενικό)
- 苦しいです
- Άρνηση (απλή)
- 苦しくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 苦しくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 苦しかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 苦しかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 苦しくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 苦しくなかったです
- Τε-μορφή
- 苦しくて
- Υποθετική (ば)
- 苦しければ
- Υποθετική (たら)
- 苦しかったら