にが

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νιώθω πικρία, συνοφρυώνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
苦る
Παρόν (ευγενικό)
苦ります
Άρνηση (απλή)
苦らない
Άρνηση (ευγενική)
苦りません
Παρελθόν (απλό)
苦った
Παρελθόν (ευγενικό)
苦りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
苦らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
苦りませんでした
Τε-μορφή
苦って
Δυνητική
苦れる
Προστακτική
苦れ
Βουλητική
苦ろう
Υποθετική (ば)
苦れば