苦く労ろう

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κόπος, δυσκολία, μόχθος, ταλαιπωρία, βάσανο, κακουχία
  2. 02 ανησυχία, άγχος, στενοχώρια, μέριμνα, φροντίδα

Παραδείγματα

  • この仕事しごとには苦労くろうが多おおいです。

    Αυτή η δουλειά έχει πολλές δυσκολίες.

  • 彼かれは夢ゆめを実現じつげんするために、大変たいへんな苦労くろうをしました。

    Για να πραγματοποιήσει το όνειρό του, πέρασε από πολλές δυσκολίες.

  • 子育こそだてには様々さまざまな苦労くろうが伴ともないますが、それもまた喜よろこびの一ひとつだと感かんじています。

    Η ανατροφή των παιδιών συνεπάγεται διάφορες δυσκολίες, αλλά αισθάνομαι ότι κι αυτό αποτελεί μέρος της χαράς.

Κλίση

Παρόν (απλό)
苦労する
Παρόν (ευγενικό)
苦労します
Άρνηση (απλή)
苦労しない
Άρνηση (ευγενική)
苦労しません
Παρελθόν (απλό)
苦労した
Παρελθόν (ευγενικό)
苦労しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
苦労しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
苦労しませんでした
Τε-μορφή
苦労して
Δυνητική
苦労できる
Προστακτική
苦労しろ
Βουλητική
苦労しよう
Υποθετική (ば)
苦労すれば