苦労し抜く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υποφέρω τα πάνδεινα, περνώ κάθε είδους κακουχίες
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 苦労し抜く
- Παρόν (ευγενικό)
- 苦労し抜きます
- Άρνηση (απλή)
- 苦労し抜かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 苦労し抜きません
- Παρελθόν (απλό)
- 苦労し抜いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 苦労し抜きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 苦労し抜かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 苦労し抜きませんでした
- Τε-μορφή
- 苦労し抜いて
- Δυνητική
- 苦労し抜ける
- Προστακτική
- 苦労し抜け
- Βουλητική
- 苦労し抜こう
- Υποθετική (ば)
- 苦労し抜けば
- Υποθετική (たら)
- 苦労し抜いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 苦労し抜きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 苦労し抜くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 苦労し抜きなさい
- Παθητική
- 苦労し抜かれる
- Αιτιατική
- 苦労し抜かせる