きょう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός βρίσκομαι σε δύσκολη θέση, αντιμετωπίζω προβλήματα, βρίσκομαι σε δυσχερή κατάσταση

Κλίση

Παρόν (απλό)
苦境に立つ
Παρόν (ευγενικό)
苦境に立ちます
Άρνηση (απλή)
苦境に立たない
Άρνηση (ευγενική)
苦境に立ちません
Παρελθόν (απλό)
苦境に立った
Παρελθόν (ευγενικό)
苦境に立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
苦境に立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
苦境に立ちませんでした
Τε-μορφή
苦境に立って
Δυνητική
苦境に立てる
Προστακτική
苦境に立て
Βουλητική
苦境に立とう
Υποθετική (ば)
苦境に立てば