がくりっこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός κοπιαστική προσπάθεια για μάθηση κάτω από αντίξοες συνθήκες

Κλίση

Παρόν (απλό)
苦学力行する
Παρόν (ευγενικό)
苦学力行します
Άρνηση (απλή)
苦学力行しない
Άρνηση (ευγενική)
苦学力行しません
Παρελθόν (απλό)
苦学力行した
Παρελθόν (ευγενικό)
苦学力行しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
苦学力行しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
苦学力行しませんでした
Τε-μορφή
苦学力行して
Δυνητική
苦学力行できる
Προστακτική
苦学力行しろ
Βουλητική
苦学力行しよう
Υποθετική (ば)
苦学力行すれば