苦にが手て

επίθετο, ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αδύναμος (σε κάτι), δεν είμαι καλός (σε κάτι), δεν τα καταφέρνω καλά (σε κάτι)
  2. 02 δεν είναι του γούστου μου, δεν μου αρέσει, δεν είναι το αγαπημένο μου

Παραδείγματα

  • 私わたしは英語えいごが苦手にがてです。

    Δεν είμαι καλός στα αγγλικά.

  • 彼かれは早起はやおきが苦手にがてなので、毎朝まいあさ寝坊ねぼうしがちです。

    Επειδή δεν τα καταφέρνει με το πρωινό ξύπνημα, τείνει να κοιμάται πολύ κάθε πρωί.

  • 人前ひとまえで話はなすのは昔むかしから苦手にがてだったのですが、練習れんしゅうを重かさねて今いまでは少すこし得意とくいになってきました。

    Αν και το να μιλάω μπροστά σε κόσμο ήταν ανέκαθεν το αδύναμό μου σημείο, με την συνεχή εξάσκηση έχω γίνει πλέον λίγο καλύτερος.