はいきっする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός πίνω το πικρό ποτήρι, βιώνω μια πικρή εμπειρία, υφίσταμαι ήττα

Κλίση

Παρόν (απλό)
苦杯を喫する
Παρόν (ευγενικό)
苦杯を喫します
Άρνηση (απλή)
苦杯を喫しない
Άρνηση (ευγενική)
苦杯を喫しません
Παρελθόν (απλό)
苦杯を喫した
Παρελθόν (ευγενικό)
苦杯を喫しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
苦杯を喫しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
苦杯を喫しませんでした
Τε-μορφή
苦杯を喫して
Δυνητική
苦杯を喫できる
Προστακτική
苦杯を喫しろ
Βουλητική
苦杯を喫しよう
Υποθετική (ば)
苦杯を喫すれば