らくともにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μοιράζομαι τις χαρές και τις λύπες (της ζωής), μοιράζομαι τα καλά και τα κακά, συμπορεύομαι στα εύκολα και στα δύσκολα

Κλίση

Παρόν (απλό)
苦楽を共にする
Παρόν (ευγενικό)
苦楽を共にします
Άρνηση (απλή)
苦楽を共にしない
Άρνηση (ευγενική)
苦楽を共にしません
Παρελθόν (απλό)
苦楽を共にした
Παρελθόν (ευγενικό)
苦楽を共にしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
苦楽を共にしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
苦楽を共にしませんでした
Τε-μορφή
苦楽を共にして
Δυνητική
苦楽を共にできる
Προστακτική
苦楽を共にしろ
Βουλητική
苦楽を共にしよう
Υποθετική (ば)
苦楽を共にすれば