ぎょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετάνοια, ασκήσεις αυστηρότητας, νάρκωση της σάρκας, ασκητισμός
  2. 02 δύσκολη εργασία, επίπονη εργασία

Κλίση

Παρόν (απλό)
苦行する
Παρόν (ευγενικό)
苦行します
Άρνηση (απλή)
苦行しない
Άρνηση (ευγενική)
苦行しません
Παρελθόν (απλό)
苦行した
Παρελθόν (ευγενικό)
苦行しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
苦行しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
苦行しませんでした
Τε-μορφή
苦行して
Δυνητική
苦行できる
Προστακτική
苦行しろ
Βουλητική
苦行しよう
Υποθετική (ば)
苦行すれば