苦く

ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πόνος, αγωνία, ταλαιπωρία, οδύνη, άγχος, έγνοια, μπελάς, δυσκολία, κακουχία
  2. 02 ντούκα (βάσανο)

Παραδείγματα

  • 苦くがある。

    Υπάρχει πόνος.

  • 私わたしは試験しけんの苦くを経験けいけんしました。

    Βίωσα το άγχος των εξετάσεων.

  • 人生じんせいには様々さまざまな苦くが伴ともないますが、それを乗のり越こえることで成長せいちょうできます。

    Η ζωή συνοδεύεται από διάφορες δυσκολίες, αλλά ξεπερνώντας τες μπορούμε να αναπτυχθούμε.