ぼうぼう

άλλο, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αχανής (ωκεανός, έρημος, κ.λπ.), απέραντος, εκτεταμένος
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αόριστος (π.χ. αναμνήσεις), ασαφής, θολός, συγκεχυμένος
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα ανεξέλεγκτος (ζιζάνια, κ.λπ.), που εξαπλώνεται παντού, κατάφυτος
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα ατημέλητος (μαλλιά, γένια, κ.λπ.), αχτένιστος, ανακατωμένος