ちゃにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοροϊδεύω, υποτιμώ, περιφρονώ
  2. 02 κάνω διάλειμμα για τσάι, ξεκουράζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
茶にする
Παρόν (ευγενικό)
茶にします
Άρνηση (απλή)
茶にしない
Άρνηση (ευγενική)
茶にしません
Παρελθόν (απλό)
茶にした
Παρελθόν (ευγενικό)
茶にしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
茶にしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
茶にしませんでした
Τε-μορφή
茶にして
Δυνητική
茶にできる
Προστακτική
茶にしろ
Βουλητική
茶にしよう
Υποθετική (ば)
茶にすれば