ちゃにご

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός αποφεύγω (ερωτήσεις), απαντώ με τρόπο διφορούμενο, υπεκφεύγω, δημιουργώ προπέτασμα καπνού

Κλίση

Παρόν (απλό)
茶を濁す
Παρόν (ευγενικό)
茶を濁します
Άρνηση (απλή)
茶を濁さない
Άρνηση (ευγενική)
茶を濁しません
Παρελθόν (απλό)
茶を濁した
Παρελθόν (ευγενικό)
茶を濁しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
茶を濁さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
茶を濁しませんでした
Τε-μορφή
茶を濁して
Δυνητική
茶を濁せる
Προστακτική
茶を濁せ
Βουλητική
茶を濁そう
Υποθετική (ば)
茶を濁せば