だる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα βράζω, σιγοβράζω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα υποφέρω από τη ζέστη

Κλίση

Παρόν (απλό)
茹だる
Παρόν (ευγενικό)
茹だります
Άρνηση (απλή)
茹だらない
Άρνηση (ευγενική)
茹だりません
Παρελθόν (απλό)
茹だった
Παρελθόν (ευγενικό)
茹だりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
茹だらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
茹だりませんでした
Τε-μορφή
茹だって
Δυνητική
茹だれる
Προστακτική
茹だれ
Βουλητική
茹だろう
Υποθετική (ば)
茹だれば