くさむす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καλύπτομαι από χορτάρι, γίνομαι χορταριασμένος, καταπράσινος

Κλίση

Παρόν (απλό)
草むす
Παρόν (ευγενικό)
草むします
Άρνηση (απλή)
草むさない
Άρνηση (ευγενική)
草むしません
Παρελθόν (απλό)
草むした
Παρελθόν (ευγενικό)
草むしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
草むさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
草むしませんでした
Τε-μορφή
草むして
Δυνητική
草むせる
Προστακτική
草むせ
Βουλητική
草むそう
Υποθετική (ば)
草むせば