くさもなびく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός υποκλίνομαι (μαζικά) σε μια ανώτερη αρχή, έλκομαι (μαζικά) από κάτι ελκυστικό, ακόμα και τα φυτά υποχωρούν

Κλίση

Παρόν (απλό)
草木もなびく
Παρόν (ευγενικό)
草木もなびきます
Άρνηση (απλή)
草木もなびかない
Άρνηση (ευγενική)
草木もなびきません
Παρελθόν (απλό)
草木もなびいた
Παρελθόν (ευγενικό)
草木もなびきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
草木もなびかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
草木もなびきませんでした
Τε-μορφή
草木もなびいて
Δυνητική
草木もなびける
Προστακτική
草木もなびけ
Βουλητική
草木もなびこう
Υποθετική (ば)
草木もなびけば